Τί είναι η ιδιωτικότητα;

Η προηγούμενη δημοσίευση συνέπεσε με τις εγχώριες εξελίξεις πάνω στο ζήτημα της άρσης της ανωνυμίας των ιστολογίων. Η ύπαρξη ψιγμάτων ιδιωτικότητας σε μια κοινωνία θέτει, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, ως κεντρική συνθήκη την επιλογή της ανωνυμίας. Φαντάζομαι, «γνωμοδότες» όπως ο Μανδραβέλης και οι διαφόρων βαθμίδων -ένστολοι ή μη- μπάτσοι έχουν εντρυφήσει στη μελέτη του πεδίου.

Δύσκολα φαντάζεται να ξεκινήσει κανείς μια συζήτηση για θέματα προστασίας της ιδιωτικής ζωής, αν δεν απαντήσει το προφανές: «τί είναι η ιδιωτικότητα;». Δεκαετίες συζητήσεων ακαδημαϊκών και εμπειρογνωμόνων, στα πλαίσια της σύνταξης του οικουμενικού καταλόγου των ανθρώπινων δικαιωμάτων, δείχνουν ότι το ζήτημα ορισμού της ιδιωτικότητας είναι ιδιαιτέρως ακανθώδες μιας και δεν κατέληξαν σε κάτι ευρέως αποδεκτό.

Ο Alan Westin, ένας από τους πρωτεργάτες του πεδίου, είχε δηλώσει ότι «κανένας ορισμός της ιδιωτικότητας δεν είναι εφικτός, γιατί τα θέματα ιδιωτικότητας είναι εκ θεμελίων ζήτημα αξιών, συμφερόντων και εξουσίας». Γίνεται κατανοητό, επομένως, ότι οι ορισμοί της ιδιωτικότητας διαφέρουν ανάλογα με το κοινωνικο-πολιτικό πλαίσιο και το περιβάλλον στο οποίο ορίζονται.

Σήμερα, σε πολλές χώρες του κόσμου η έννοια της ιδιωτικότητας εντοπίζεται σε νόμους για την προστασία δεδομένων, τοποθετώντας την στο πλαίσιο διαχείρισης προσωπικών πληροφοριών. Έξω από αυτό το –στενό, αλλά σημαντικό για την εποχή μας- πλαίσιο, η προστασία της ιδιωτικότητας συχνά μεταφράζεται ως ένας τρόπος να καθορίζεται πόσο μπορεί μια κοινωνία να εισβάλει στους προσωπικούς αφορισμούς ενός ατόμου. Η έλλειψη ωστόσο μοναδικού ορισμού δεν πρέπει να προοικονομεί στον αναγνώστη ότι το θέμα είναι ελάσσονος σημασίας. Όπως ο Fernando Volio Jiménez (ένας υπέρμαχος της κοσταρικανής δημοκρατίας) παρατήρησε: «με κάποια έννοια, όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι πτυχές του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα».

Η συζήτηση που ανοίγει εδώ έχει τις βάσεις της στο συλλογικό φαντασιακό των αρχαίων κοινωνιών, αλλά κυρίως σε μια συγκεκριμένη κοινωνικό-ιστορική δημιουργία. Η προαπαιτούμενη κοινωνική δημιουργία που μας επιτρέπει να κάνουμε λόγο για ιδιωτικότητα, εντοπίζεται στην ουσία της ιδιοκτησίας και, ειδικότερα, στην οριοθέτηση περιοχών διαφορετικού ιδιοκτήτη. Το χαρακτηριστικό στοιχείο αυτής δημιουργίας παρατηρείται για πρώτη φορά στις αρχαιοελληνικές πόλεις-κράτη. Χαρακτηριστικά, στην αριστοτελική θεωρία της πόλεως, αναφέρεται ο διαχωρισμός μεταξύ της δημόσιας σφαίρας της πολιτικής και της δραστηριοποίησης στον ιδιωτικό χώρο -τον οίκο. Η έννοια της ιδιωτικότητας μεταφέρεται στο πέρασμα των αιώνων από τα μεσαιωνικά βρετανικά ειρηνοδικεία μέχρι το λόγο του William Pitt The Elder το 1763: «The poorest man may in his cottage bid defiance to all the forces of the crown. It may be frail -its roof may shake- the wind may blow through it -the storm may enter, the rain may enter- but the King of England cannot enter.» Έτσι, η διάκριση του δημόσιου/ιδιωτικού βίου, που αναφέρεται στο χώρο άσκησης κυβερνητικής εξουσίας και αντίστοιχα σε αυτόν της αυτοδιαχείρισης, αποτυπώνεται το 1869 από τον John Stuart Mill στο δοκίμιο «Περί Ελευθερίας».

Μερικές δεκαετίες αργότερα, το 1890, οι Brandeis και Warren στο σημαίνον άρθρο τους «The Right to Privacy» χρησιμοποίησαν τη φράση «the right to be left alone» («το δικαίωμα να μένεις μόνος»), για να περιγράψουν το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα του ατόμου. Ερέθισμα για τη συγγραφή του άρθρου ήταν η ολοένα και συχνότερη εμφάνιση περιστατικών δημόσιας -έντυπης- διάδοσης λεπτομερειών σχετικών με την προσωπική ζωή ατόμων (βλ. διασημοτήτες της εποχής), λόγω της εμφάνισης των φορητών φωτογραφικών μηχανών. Αυτό το φαινόμενο οδήγησε τους συντάκτες στην αντίληψη ότι η έννοια της ιδιωτικότητας αφορά την προστασία ιδιωτικών συζητήσεων, την έκφραση σκέψεων και συναισθημάτων, ενώ λειτουργούσε ως απότοκος των δικαιωμάτων της ζωής και της ιδιοκτησίας.

Η οπτική, ωστόσο, από την οποία προσεγγίστηκε η θέσμιση του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα ήταν διαφορετική. Για τους Brandeis και Warren το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα δεν έπρεπε να θεσμιστεί ως αντίμετρο για την προστασία της ατομικής (πνευματικής ή μη) ιδιοκτησίας, αλλά έπρεπε να βασιστεί στο γενικότερο δικαίωμα της ασυλίας του προσώπου ή, αλλιώς, στο «δικαίωμα της προσωπικότητας του ατόμου». Εξέφρασαν, επομένως, την άποψη ότι η αρχή της προστασίας της ιδιωτικότητας, ήταν ήδη μέρος του εθιμικού δικαίου, αλλά λόγω των εξελίξεων της τεχνολογίας της εποχής ήταν σημαντική η ρητή και αποκλειστική δήλωσή της ως «δικαίωμα στην ιδιωτικότητα». Έτσι, καταλήγουν να υπερασπίσουν την ιδιωτικότητα ως μία από τις σημαντικότερες ελευθερίες σε μια δημοκρατία και να προτείνουν τη ρητή έκφρασή της στο Αμερικανικό Σύνταγμα.

Οι προτάσεις των Brandeis και Warren, εκφράστηκαν τελικά στην τέταρτη αναθεώρηση (4th Amendment) του Αμερικανικού Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει τις μη-εξουσιοδοτημένες έρευνες κατ’ οίκον και τις αναβαθμίζει σε ανακριτικές πράξεις. Η αναθεώρηση κρίθηκε ικανοποιητική για την αναγνώριση του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για την νομική επέκταση του δικαιώματος λίγα χρόνια αργότερα κατά τη θέσμιση του απορρήτου επικοινωνιών.

Στη διαμόρφωση της έννοιας της ιδιωτικότητας, έχουν προσφέρει κατά καιρούς επιστήμονες από διαφορετικά πεδία. Η Ruth Gavison αναγνωρίζει τρία κυρίαρχα στοιχεία στη φύση της ιδιωτικότητας: τη μυστικότητα (secrecy), την ανωνυμία (anonymity) και τη μοναξιά (solitude), υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια ρευστή κατάσταση η οποία, ανάλογα με τις επιλογές κάθε ατόμου, μπορεί να χαθεί. Ο Edward Bloustein κρίνει το δικαίωμα της ιδιωτικότητας ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ άλλοι σχολιαστές, όπως ο James Rachels, ως αναγκαία για την ανάπτυξη της διαφορετικότητας και του νοήματος στις ανθρώπινες διαπροσωπικές σχέσεις.

Μερικοί μελετητές υπερασπίζονται το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα ως το μέσο με το οποίο μπορούμε να ελέγξουμε τους τρόπους απεύθυνσης τρίτων στο πρόσωπό μας ή ως μέσο προσωπικής έκφρασης και επιλογής.

Σύμφωνα με αναφορά επιτροπής του Ηνωμένου Βασιλείου υπό τον David Calcutt, που γνωμοδότησε για τη συμπεριφορά του τύπου σε σχέση με την προσωπική ζωή (report of the committee on privacy and related matters), μπορεί να μη «[…] βρέθηκε ένας πλήρως ικανοποιητικός νομοθετημένος ορισμός για την ιδιωτικότητα», ωστόσο, υιοθετήθηκε ο ακόλουθος ορισμός: «Το δικαίωμα του ατόμου να προστατεύεται ενάντια της εισβολής στην προσωπική του ζωή ή τις υποθέσεις του, ή εκείνες της οικογένειάς του με άμεσα φυσικά μέσα ή με δημοσίευση πληροφοριών».

Ο Lawrence Lessig, γνωστός ακαδημαϊκός και πολιτικός ακτιβιστής για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Κοινωνία της Πληροφορίας, αναφέρει «ότι οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα με την έννοια της ιδιωτικότητας εννοούν το δικαίωμα της επιλογής της γνωστοποίησης προσωπικών τους πληροφοριών σε τρίτους». Ο ίδιος επισημαίνει ότι η ιδιωτικότητα βασίζεται σε τέσσερις καθοριστικούς παράγοντες: το νόμο (law), την αγορά (market), τις (κοινωνικές) συνήθειες (norms) και την αρχιτεκτονική (architectures) συστημάτων (κοινωνικών/τεχνολογικών).

Τέλος, μια σύγχρονη άποψη του ορισμού δίνει ο Robert Ellis Smith, συντάκτης της εφημερίδας Privacy Journal, ορίζοντας την ιδιωτικότητα ως «την επιθυμία καθενός μας για ένα φυσικό χώρο στον οποίο είμαστε ελεύθεροι κάθε διακοπής, εισβολής, αμηχανίας ή υπευθυνότητας» καθώς και ως «την προσπάθεια να ελέγξουμε το χρόνο και τον τρόπο των κοινοποιήσεων προσωπικών πληροφοριών για τους εαυτούς μας».

Στην επόμενη ανάρτηση θα γίνει αναφορά στις μορφές ιδιωτικότητας ή -αλλιώς- στα διαφορετικά πρίσματα υπό τα οποία ο μελετητής του πεδίου μπορεί να εξετάσει την ιδιωτικότητα.

Advertisements

~ από root στο 6 Αύγουστος, 2011.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: