Διακοπές στο χακί: εκείνες οι στιγμές

Χρωστάω να μιλήσω για εκείνες τις στιγμές στο χακί που οι χαρακιές στη μνήμη είναι πιο βαθιές. Ίσως, γιατί πέρασαν πιο δύσκολα ή επειδή, στην απομόνωση του στρατοπέδου, υπάρχουν στιγμές που ο διαχωρισμός της σκέψης, που ο ίδιος ο έγκλειστος χρησιμοποιεί ως αμυντικό μηχανισμό, καταρρέει πλήρως. Ο διαχωρισμός της σκέψης, δηλαδή της συνείδησης, αφορά εκείνο το παιχνίδι υποταγής στο οποίο το υποκείμενο εκτελεί εντολές με τον αρτιότερο τρόπο, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνει κάθε κριτική ανάλυση της συνθήκης που βιώνει τοποθετώντας τη στην άκρη του μυαλού του για μελλοντική επεξεργασία. Οι μέρες μου στο χακί τέλειωσαν, οι απολογισμοί ολοκληρώνονται και οι παρακάτω μικρές ιστορίες εκμετάλλευσης μένουν για να θυμίζουν κάποιες ακόμα «ιστορίες από το στρατό».

Στον αστερισμό της άμμισθης σκλαβιάς

Είμαι για τρίτο 24ωρο στο στράτευμα και, επιτέλους, «ήγγικεν η ώρα» να ιδρώσω για την πατρίδα. Με διατάζουν να δουλέψω στο «λαβύρινθο», εκεί που κάθε νεοσύλλεκτος την πρώτη μέρα παίρνει και πρωτο-φοράει τον εξοπλισμό του (ρούχα, αρβύλες, τζόκεϋ, κλπ.). Αποστολή μου είναι να μοιράζω χιτώνια σε όσους μόλις πέρασαν την πύλη του στρατοπέδου. Είναι πρωί και κανείς δε βιάζεται να μπει στο στρατόπεδο. Από τις 8 μέχρι τις 10 περνώ ώρες γνωριμίας με τους υπόλοιπους συναδέλφους εν μέσω κουβαλήματος ρουχισμού. Σταδιακά εμφανίζονται οι πιο «νέοι» όλων μας για να παραλάβουν τα χιτώνια που θα τους συνοδέψουν τους επόμενους μήνες. Γύρω τις 12 σταθεροποιείται η ροή των εισερχομένων και πλέον έχω αποκτήσει την αυτοπεποίθηση ενός πωλητή στα ZARA: ξέρω τί νούμερο φοράει ο καθένας (S, XS, XXS –έθνος «τσολιάδων»!) από τη στιγμή που τον βλέπω να στρίβει στη γωνία. Φτάνει μεσημέρι και μετά το προγραμματισμένο «διάλειμμα για σίτιση» μου αλλάζουν πόστο –εντυπωσιασμένοι, μάλλον, από την παραγωγικότητά μου.

Μοιράζω πλέον αρβύλες, το κατά γενική ομολογία σημαντικότερο κομμάτι εξοπλισμού της θητείας. Μια αμηχανία με κυρίευσε όταν είδα ότι θα δουλέψω κι εγώ με έναν «παλιό». Ο «παλιός», ένα παιδί 19 χρονών από ένα χωριό της Λαμίας, είχε σταματήσει να νιώθει «παιδί» –ή οτιδήποτε άλλο– κι ένιωθε μόνο αρχαίος. Μου έδειξε υπομονετικά τα μυστικά του επαγγέλματος: ποιας βιοτεχνίας οι αρβύλες είναι οι καλύτερες, πότε να δίνω μεταχειρισμένα ζευγάρια, πού θα ανανεώνω τα αποθέματα, κ.ο.κ. Μετά μου μιλούσε για τις τελευταίες 20 μέρες της θητείας του, τις έθετε σαν τον απόλυτο στόχο επιβίωσης· ότι αν υπήρχε μια επίγεια κόλαση, αυτή θα περιοριζόταν στην επέκταση της θητείας του κατά ένα 24ωρο. Τον κοίταζα να μιλάει καθισμένος σε ένα σκαμπό, και τότε, χαζεύοντας την ξεβαμμένη παραλλαγή της στολής του, ανάμεσα στις αναθυμιάσεις του δέρματος από τις γεμάτες αρβύλες κούτες, αντίκρισα για πρώτη φορά τον εαυτό μου απέναντι στο ζήτημα του χρόνου: το γεγονός ότι για εννέα μήνες ή διακόσια εβδομήντα και κάτι 24ωρα ή ό,τι τέλος πάντων κι αν σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί, θα ήμουν υπό περιορισμό, έγκλειστος, δέσμιος της συνθήκης της άμμισθης και καταναγκαστικής εργασίας του κράτους με συνοδεία τη βία της εθνικιστικής του ιδεολογίας.

Όταν ξύπνησα την επομένη, με τα κόκαλά μου να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στο υπόλοιπο κορμί, αφού μου ξανα-ανατέθηκε για το επόμενο 10-11ωρο το ίδιο πόστο, ξεπέρασα τους εγωισμούς στη σκέψη του καθημερινού εγκλεισμού των εργατών και εργατριών στην ένδυση: να μη σου φτάνει το κουβάλημα, το σπαστό ωράριο, η απίστευτη, ακανόνιστη και διαρκή κίνηση της «ακινησίας», να μην έχεις από πάνω σου το αφεντικό ή τον επόπτη, να έχεις, επιπλέον, και τον κάθε μαλάκα να σε ρωτάει αν δείχνει καλά ο κώλος του στο τζιν που μόλις δοκίμασε. Ευτυχώς για εμάς, ό,τι τους δίναμε τους άρεσε ή, τουλάχιστον, δεν έκαναν πολλές ερωτήσεις.

Η προϊστορία των 00s

Απόγευμα Ιούνη, μέρες Euro 2012. Η εκπαίδευση στο κέντρο νεοσυλλέκτων οδεύει προς την ολοκλήρωσή της. Κάτω από ένα πεύκο προσπαθώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου την τελευταία φορά που ήμουν κάτω από ένα πεύκο. Σκέφτομαι τρόπους να παραμείνω ψύχραιμος τις ώρες του εγκλεισμού που βιώνω. Τη σκέψη μου διακόπτουν άξαφνα συντονισμένες φωνές. «Όχι, δεν είναι δυνατόν», σκέφτομαι. Ο εθνικός ύμνος ακούγεται από το ΚΨΜ όταν κάποιοι –τί κάποιοι, ας είμαστε ειλικρινείς, ολόκληρη η Μοίρα ήταν– μάταια, ίσως, προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα Euro 2004. Αναπόφευκτο deja vu, η ιστορία ενός συντρόφου για ένα από τα χειρότερα βιώματά του.

Νύχτα 4ης Ιουλίου 2004. Η μέρα της στέψης της Εθνικής και της κατάκτησης της κορυφής της Ευρώπης. Λεωφόρος Πειραιώς. Ο σύντροφος περπατά άφραγκος και ταλαιπωρημένος επιστρέφοντας σπίτι του. Χιλιάδες κόσμου τον προσπερνούν με αυτοκίνητά τους κρατώντας ελληνικές σημαίες, πανηγυρίζοντας, κορνάροντας. Μισή ώρα, ίσως και παραπάνω, περπατάει στο σκοτάδι της λεωφόρου και συμβαίνει ξανά και ξανά το ίδιο βασανιστικό πράγμα: αυτοκίνητα με σημαίες, κόρνες, υστερικά γέλια και φωνές. Πού ήταν όλος αυτός ο κόσμος κρυμμένος; Η ανάμνηση και μόνο του τί σήμαιναν οι λέξεις «κοινωνικός ανταγωνισμός» το καλοκαίρι του 2004 είναι αρκετές για ένα ψυχολογικό limit down: τί αγώνες λέτε να «παίζονταν» τότε; Ποδόσφαιρο, ολυμπιακοί, παραολυμπιακοί και eurovision· ποιος θα σαπίσει τους περισσότερους αλβανούς γύρω από την Ομόνοια. Για να είμαστε δίκαιοι απέναντι στην ιστορία, οι λέξεις «κοινωνικός ανταγωνισμός» μάλλον δε σήμαιναν και πολλά πράγματα, ούτε καν στο «χώρο»· τότε.

Επιστρέφοντας στο παρόν, 8 χρόνια αργότερα, βρίσκομαι έγκλειστος στο εργοστάσιο παραγωγής εθνικών αυταπατών. Ακούω πανηγυρισμούς από το ΚΨΜ με τα περισσότερα πτυχία, μεταπτυχιακά και διδακτορικά στο στράτευμα. Λίγες ώρες νωρίτερα ένας αντισυνταγματάρχης μας είχε πει με απέραντη πικρία: «τί μας έμεινε πια; μόνο ο εθνικός μας ύμνος μάς έμεινε. Γιατί δεν τον φωνάζετε μωρέ;». Δυστυχώς, κύριε συνταγματάρχα, τον φώναζαν.

Οι πολιτικοποιημένοι πάνε διακοπές στο χακί

Στη διάρκεια της περιπλάνησής μου στο απολίθωμα των πειθαρχικών κοινωνιών είχα το προνόμιο της πρόσβασης σε φορείς απόψεων για αγώνες ή καταστάσεις που κατέκτησα προσωπικά: «οι ΣΥΡΙΖαίοι έκλειναν τις σχολές το ’06-07», «γιατί άραγε δεν τις έκλειναν επί ΠΑΣΟΚ και μνημονίου;», «ο Αλαβάνος έμπασε στην Υπατία τους μετανάστες», «οι οποίοι στο σύνολό τους ήταν ποινικοί», «τα πράσινα παπούτσια έκαναν όντως μπάχαλα, ήταν αναρχικά κι όμως αθωώθηκαν», «η Χ κατάληψη όλο μπάχαλους και πρεζόνια έχει, ντροπή και περιθώριο για την πόλη» και πάει λέγοντας.

Οι «συνειδητοποιημένοι», τα φερέφωνα της βιωμένης αναπαράστασης, ξεφώνιζαν, ούρλιαζαν θα λεγε κανείς, με μια πρωτοφανή γελοιότητα ότι ανήκουν στη μειοψηφία των «πολιτικοποιημένων»: στο ΚΨΜ, στα διαλείμματα της αγγαρείας, την ώρα του τελευταίου τσιγάρου πριν κλείσουν τα φώτα. Αναπόσπαστο μέρος τους οι «εις μνήμην» ψηφοφόροι του Κόμματος, με τους παππούδες τους να έχουν περάσει εξορία, έφτασαν τώρα να «κουβεντιάζουν ήσυχα, ήσυχα κι απλά» με την «άλλη πλευρά». Συμμέτοχοι 5λεπτων συζητήσεων που εκτρέπονταν στις αμαρτίες του παρελθόντος, τα «κονσερβοκούτια» και τις «πηγάδες», προεξοφλώντας τα μνημεία του μέλλοντος, τις «κρεμάλες που πρέπει να στηθούν».

Στο λεξιλόγιο των «πολιτικοποιημένων», αυτών των «αιώνιων πρώην» όλων των κομμάτων, η έννοια της πολιτικής ήταν η κατηγορηματική εκφορά της παραπολιτικής, της μίζας, του ρουσφετιού, της αρπαχτής και της λαμογιάς. Γνώρισα ανθρώπινες αναδημοσιεύσεις των ενημερωτικών σάητ: «πρώτο θέμα», «παραπολιτικά», «πριονοκορδέλα», κλπ. Όλα αυτά, την τραγική στιγμή που οι ίδιοι δήλωναν κομπάζοντας ότι έχουν πολυεπίπεδα βύσματα σε όλο το πεντάγωνο. Ο μέσος αναρχικός –έχω πια σοβαρές ενδείξεις ότι υπάρχει τέτοιος– παθαίνει πολιτισμικό σοκ κάθε 5 λεπτά.

Παύση. Τα ποσοστά της ΧΑ έκαναν έκπληξη σε πολλούς το περσινό καλοκαίρι, δεν είχαν όμως μια πρόσφατη γεύση από τον μικροαστικό πολτό, τον διάχυτο κοινωνικό ρατσισμό που απολάμβανε την άνεση του μη αντιλόγου στα πηγαδάκια του στρατοπέδου. Κι εκεί, ως άλλος τυχαίος και αδιάφορος ακροατής, καθισμένος στο παγκάκι της πολιτικής μοναξιάς με έπιανα να μονολογώ: «σκατά, υπάρχει κι αυτή η γαμημένη εθνική συμφιλίωση, ας μην μπούμε καν στον κόπο να ισοπεδώσουμε την Κλαυθμώνος την επόμενη φορά, μην και μας καταπιεί η ίδια η ισοπέδωση».

Επίλογος;

Δεν υπάρχει επίλογος εκεί που ο κοινωνικός αυτοματισμός πολλαπλασιάζεται. Εκεί που η «συνείδηση» ψωνίζει απ’ τα μπακάλικα του θεάματος και σαρώνεται μονομιάς από την ψυχολογία της μάζας. Εκεί που οι υποστηριχτές κι επίγονοι της αστικής ιδεολογίας υψώνουν το πηγούνι στο άκουσμα του εθνικού ύμνου. Εκεί που ο πυρωμένος ήλιος βασανίζει έναν κρητικό στο δίλημμα της εθνικής ενότητας ή της κρητικής ανεξαρτησίας. Εκεί που η υποταγή σε κοινωνούς του τριπτύχου «πουτάνα-μπάλα-αυτοκίνητο» δεν είναι στερεότυπο, αλλά πραγματικότητα. Εκεί που ο πειθαρχικός έλεγχος είναι μια στιγμιαία γεύση των στρατοπέδων συγκέντρωσης μεταναστών, τοξικομανών κι όσων ακόμα έχουμε πάρει σειρά. Εκεί που το αφεντικό σου είναι ΧΑυγίτης. Εκεί που «ο στρατός και η παρέλαση δεν αναφέρονται στο άτομο, αλλά στη συλλογικότητα». Εκεί που η αποστρατιωτικοποίηση του στρατού αναβάλλεται και η στρατιωτικοποίηση του προλεταριάτου μπαίνει από το παράθυρο.

Δεν υπάρχει επίλογος εκεί που τα «πέτρινα χρόνια» της 24μηνης θητείας τα έχουν ξεγραμμένα μέχρι και οι καραβανάδες. Εκεί που η πόρτα γράφει από μέσα «οι προλετάριοι δεν έχουνε πατρίδα». Εκεί που ξημερώνει η ειλικρίνεια στη μονάδα και ο πιο αφελής στρατιώτης ψιθυρίζει ότι είμαστε «εμείς και αυτοί». Εκεί που ανασυγκροτείσαι, ζυγιάζεσαι και θυμάσαι πως όλα αυτά είναι ένα αστείο. Εκεί που «αφού το θέλετε, θα είμαι έτσι: απ’έξω μεταλλικός, ενώ από μέσα θα παραμείνω ρευστός». Εκεί που όλα συνεχίζονται:

Advertisements

~ από root στο 10 Μαρτίου, 2013.

3 Σχόλια to “Διακοπές στο χακί: εκείνες οι στιγμές”

  1. Ρε μαλάκα άσχετο, αλλά διαβάζοντας σε τακτικά απορώ…. ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΟ ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ; Τι δουλειά έχεις εσύ με τους γιάπηδες και τα πτυχιούχα πρόβατα;

  2. Πέτυχα μια σκηνή τις προάλλες που κάτι συνάδελφοι έλεγαν με συνωμοτικό ύφος πρωί πρωί ότι «κοίτα να δεις, κι εμείς εργάτες είμαστε, απλά σε σχέση με παλιά εμείς χρησιμοποιούμε πληκτρολόγια» και γέλασα γιατί θυμήθηκα το σχόλιό σου.

    Η αλήθεια είναι ότι το υποκείμενο των εργατών γνώσης (από το πανεπιστήμιο και τα ερευνητικά κέντρα μέχρι την «αγορά») δεν έχει συνειδητοποιήσει καν τον εαυτό του ως συλλογικό υποκείμενο κι αυτό είναι κάτι που πρέπει αλλάξει μιας και μιλάμε για πολύ κόσμο που στην καλύτερη ό,τι διεκδίκηση έχει κάνει την έχει κάνει ατομικά.

    Πρέπει επίσης να αλλάξει γιατί δεν υπάρχει ωράριο, καθορισμένο αντικείμενο απασχόλησης («όλοι (τα κάνουμε) όλα») και οι μισθοί έφτασαν στον πάτο εύκολα και γρήγορα.

    Ευχαριστώ και την ανάγνωση και συγγνώμη για την καθυστερημένη απάντηση.

  3. @ανώνυμος/-η
    Επειδή, ζώον, οι περισσότεροι φοιτητές (και όχι απαραίτητα πληροφορικάριοι) κοιμούνται όρθιοι, δε σημαίνει ότι ο χώρος είναι μαντρί προβάτων. Αν επιμένεις στην άποψή σου, πέτα τον Η/Υ σου και μη ξαναμπείς στο Internet. Ξύπνιε.

    @author
    Ωραίο κείμενο, συμφωνώ με τις πιο πολλές σκέψεις σου. Ωστόσο πρέπει να δεχτούμε ότι ο στρατός, υπό άλλες συνθήκες, πολύ διαφορετικές, θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει. Προαιρετική ή μη θητεία είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα. Το θέμα είναι ότι ο στρατός είναι μια μικρο-κοινωνία, σα μεγεθυντικός φακός της ευρύτερης ελληνικής, που κοιτάει πιο βαθιά στα μυαλά των νεο-Ελλήνων. Οπότε είναι μια αγγαρεία, πια, ένας χώρος που ανθίζουν όλα τα κακά που περιγράφεις, που μάταια προσπαθεί να διδάξει πειθαρχία σε άτομα που όταν βγουν από εκεί θα ξαναπετάνε σκουπίδια και τσιγάρα στο δρόμο, θα δέρνουν, θα απειλούν, θα βρίζουν.

    Γενικά γνωρίζω μόνο αναρχικούς που φοράνε παρωπίδες και μιλάνε με το δικό τους ξύλινο λόγο. Από όσα κείμενά σου έχω διαβάσει, παρατηρώ ότι αντίθετα με αυτούς εσύ κάνεις τον κόπο να σκεφτείς πιο ανοιχτά. Ακόμα κι αν βλέπω στη γραφή σου φράσεις και εκφράσεις που είναι πια γραφικές και χαρακτηριστικές του αναρχικού χώρου.

    Και δεν έχω «υπηρετήσει» ακόμα. Ελπίζω να θυμηθώ να σου γράψω σε μερικά χρόνια που θα έχω περάσει κι εγώ από αυτή τη σπατάλη χρόνου και ενέργειας. 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: