Πριν και μετά από την οργή

Πριν την οργή και μετά απ’ αυτήν, υπάρχει πάντα η φ τ ώ χ ε ι α. Η φτώχεια των αναστεναγμών που συνοδεύονται από το τινάγμα της καύτρας του τσιγάρου, τα κρυφά δακρύα ή τα πνιχτά αναφιλητά. Η φτώχεια που επιβάλλει ο καταναγκασμός της αλλοτρίωσης και η υποχώρηση του ανταγωνισμού. Η φτώχεια της ζωής στο συρματόπλεγμα ή στο μικρό δωμάτιο της κοινωνικής απομόνωσης. Η φτώχεια των αισθήσεων, των ορέξεων και των γεύσεων και, φυσικά, των εμπειριών που έμειναν παντοτινά στη σφαίρα του φαντασιακού. Η φτώχεια του σημείου και η καταδίκη της ερμηνείας.

Η φτώχεια και οι χιλιάδες υποστάσεις της θυμίζουν την ιστορία του μικρού Ζακ που μεγάλωνε ισορροπώντας στο κενό που όριζε ο κόσμος της μητέρας του κι οι ζωές των άλλων. Η Κατρίν, μια φιγούρα ζεστή και συγχρόνως απόμακρη, συνήθιζε να στέκεται στο παράθυρο και να κοιτά το πεζοδρόμιο με το ίδιο πάντα άδειο κι επίμονο βλέμμα. Η μερική κώφωση, η απαίδευτη γλώσσα, η μονοτονία μιας αποκλεισμένης φτωχικής ζωής κι η χηρεία της, ανάγκασαν τον Ζακ να γνωρίσει τα αλλοτριωμένα καλοκαίρια νωρίτερα από τα άλλα παιδιά.

[…] Τη μόνη ανταμοιβή για αυτά τα καλοκαίρια που είχε θυσιάσει στην αθλιότητα του ψέματος τη βρήκε τη μέρα της πρώτης του πληρωμής όταν, μπαίνοντας στην τραπεζαρία όπου βρισκόταν η γιαγιά του, που καθάριζε πατάτες και τις έβαζε στη συνέχεια σε μια λεκάνη νερό, ο θείος Έρνεστ που, καθισμένος, ξεψείριζε τον υπομονετικό Μπριγιάν κρατώντας τον ανάμεσα στα πόδια του κι η μητέρα του, που μόλις είχε γυρίσει και ξέπλυνε σε μια γωνιά του μπουφέ ένα μικρό μπόγο με βρώμικα ρούχα που της είχαν δώσει να πλύνει, ο Ζακ προχώρησε κι άφησε πάνω στο τραπέζι, σιωπηλά, το χαρτονόμισμα των εκατό φράγκων και τα νομίσματα που είχε κρατήσει στο χέρι του σ’ όλη τη διάρκεια της διαδρομής. Χωρίς να πει τίποτα, η γιαγιά έσπρωξε ένα νόμισμα των είκοσι φράγκων προς το μέρος του και μάζεψε τα υπόλοιπα. Με το χέρι της άγγιξε την Κατρίν Κορμερί στο πλευρό για να τραβήξει την προσοχή της και της έδειξε τα χρήματα: «Είναι του γιου σου». «Ναι», είπε εκείνη και τα λυπημένα μάτια της χάιδεψαν για μια στιγμή το παιδί. Ο θείος σήκωσε το κεφάλι συγκρατώντας τον Μπριγιάν που πίστεψε πως το μαρτύριό του είχε πάρει τέλος. «Καλό, καλό», έλεγε. «Εσύ, ένας άντρας».

Ναι, ήταν άντρας, πλήρωνε κάτι από αυτό που όφειλε κι η σκέψη πως απάλυνε λιγάκι τη μιζέρια αυτού του σπιτιού τον γέμιζε με αυτή τη σχεδόν κακιά υπερηφάνεια που νιώθουν οι άνθρωποι όταν αρχίζουν να αισθάνονται ελεύθεροι και ανυπότακτοι. Και πράγματι, επιστρέφοντας στο σχολείο, όταν μπήκε στην αυλή, δεν ήταν πια το χαμένο παιδί που, λίγα χρόνια νωρίτερα, είχε αφήσει την Μελκούρ πρωί πρωί, παραπατώντας πάνω στα παπούτσια του με τα καρφιά, με την καρδιά κόμπο στη σκέψη του άγνωστου κόσμου που τον περίμενε, και το βλέμμα που έριχνε στους συμμαθητές του είχε χάσει κάτι από την αθωότητά του. Πολλά πράγματα εξάλλου άρχιζαν τώρα να τον απομακρύνουν από το παιδί που ήταν άλλοτε. Και αν, μια μέρα, αυτός που μέχρι τότε είχε δεχτεί υπομονετικά να τρώει ξύλο από τη γιαγιά του, λες κι αυτό ήταν ένα μέρος των αναπόφευκτων υποχρεώσεών στη ζωή ενός παιδιού, της άρπαξε απ’ τα χέρια το βούρδουλα, τρελός ξαφνικά από μανία και οργή και τόσο αποφασισμένος να χτυπήσει αυτό το ασπρόμαλλο κεφάλι με τα ανοιχτόχρωμα και ψυχρά μάτια που τον έκαναν έξω φρενών, κι αν η γιαγιά το κατάλαβε, έκανε πίσω κι έφυγε να κλειστεί στο δωμάτιό της, αναστενάζοντας βέβαια για τη δυστυχία της που μεγάλωσε αχάριστα παιδιά αλλά πεπεισμένη ήδη πως ποτέ δε θα ξαναχτυπούσε τον Ζακ και πράγματι ποτέ πια δεν τον ξαναχτύπησε, αυτό συνέβη γιατί το παιδί είχε πια πεθάνει σ’ αυτό τον αδύνατο και γεροδεμένο έφηβο με τα αχτένιστα μαλλιά και το οργισμένο βλέμμα, που είχε δουλέψει όλο το καλοκαίρι για να φέρει ένα μισθό στο σπίτι, που μόλις είχε γίνει επίσημος τερματοφύλακας της ομάδας του λυκείου και που, τρεις μέρες νωρίτερα, είχε γευτεί για πρώτη φορά, λιποθυμώντας από συγκίνηση, τα χείλια ενός κοριτσιού.

Στο επίπεδο της λογοτεχνικής αποσπασματικότητας —και κάνουμε λόγο για αποσπασματικότητα όχι γιατί τα βάλαμε ξαφνικά με τη λογοτεχνία, αλλά γιατί οι λέξεις έχουν το συνήθειο να συμπιέζουν το χρόνο μιας κυρίαρχης συνθήκης— η περιγραφή της παραπάνω σκηνής είναι για τον αναγνώστη το σημαίνον, ενώ για τον Ζακ, δηλαδή τον Καμύ, το σημαινόμενο που τον όπλισε με το γνωστό «ανάμεσα στη δικαιοσύνη και τη μητέρα μου, διαλέγω τη μητέρα μου».

Με άλλα λόγια, όσα κι αν γράψουμε ή διαβάσουμε για το ζήτημα της φτώχειας, στην καλύτερη, εκτονώνονται ψυχώσεις και επιβραδύνεται το ξεθώριασμα της μνήμης. Κατά τα λοιπά, με λογοτεχνία ή στατιστική, Αλμπέρ Καμύ ή Hans Rosling, φιοριτούρες ή γυμνές λέξεις, η φτώχεια δεν περιγράφεται, ούτε γίνεται αντιληπτή η ηγεμονία της στις καταστάσεις της καθημερινής ζωής αν δεν αντιμετωπιστεί αυτοπροσώπως.

Διεκδικώντας παρόν και μέλλον, η κυριαρχική αυτή συνθήκη τριβελίζει το μυαλό μας, όταν σερνόμαστε ξεχασμένοι στους δρόμους της ακινησίας ή όταν η νύχτα σκεπάζει τις σωρούς των δολοφονημένων —από την ξενιτιά ή την απέραντη λησμονιά— αδερφών μας. Κάπως έτσι, η παλίρροια της οργής μάς προσφέρει ένα διαρκή ίλιγγο κι η ανάγκη για το ξεπέρασμα της απομόνωσης και τη σύσταση της κοινότητας χτυπά τοπικά ακρότατα —έστω κι αν αυτά παραμένουν ασυγχρόνιστα.

Κι ύστερα, πάλι, την επόμενη στιγμή, υπάρχει η φτώχεια. Κι έτσι κατάλαβες τί σημαίνει ξεχασμένος κι ατίθασος.

Advertisements

~ από root στο 5 Μαΐου, 2013.

Ένα Σχόλιο to “Πριν και μετά από την οργή”

  1. Reblogged στις Greek Crisis Girl.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: