Ο εφιάλτης της μητρόπολης και η μητρόπολη του εφιάλτη

Ι

Μένω σε μια άχαρη, πολυόροφη πολυκατοικία. Δε θυμάμαι πόσους ακριβώς ορόφους έχει, ξέρω μόνο το χρώμα της. Ξέρω, επίσης, ότι στο ισόγειο παίρνω τον απογευματινό καφέ μου. Στο μικρό καφέ χωρίς όνομα η μικρή καρκινοπαθής που μας σερβίρει δουλεύει πάντα μόνη. Κανείς μας δεν ξέρει το χρόνο που της απομένει. Άλλωστε κανείς πια δε μετράει το Τίποτα, το χρονικό context καμπυλώνεται ασταμάτητα εδώ. Ούτε κι η ίδια φαίνεται να έχει επίγνωση του πότε και του πώς.

Με αποχαιρέτησε άξαφνα σήμερα το απόγευμα, ενώ δεν είχαμε ξαναπεί ποτέ πάνω από μια-δυο τυπικές κουβέντες. Κατάλαβα ότι πάει στους δικούς της κι έτσι επέστρεψα πίσω στην οθόνη μου. Μετά από λίγο κάτι μ’ έπιασε να την ακολουθήσω. Τη βρήκα στο χιονισμένο μονοπάτι που ξεκινάει πίσω από την πολυκατοικία —περίεργο, είχα την αυταπάτη ότι ήταν ακόμη καλοκαίρι. Ήταν πεσμένη κάτω, κοκαλωμένη από το κρύο, έτρεμε. Τα μάτια της ήταν γεμάτα φόβο και το κοντό μαλλί της ανακατεμένο. Ψιθύριζε, «γιατρό-γιατρό».

Παρατηρώντας τη από κοντά, οι άγνωστες λεπτομέρειες του προσώπου της μου ήταν εντυπωσιακά οικίες. Ήταν η θεία μου, που ισχυρίζομαι ότι η τελευταία μας συνάντηση αποτελεί μακρινή μου ανάμνηση. Ήταν η συνάδελφος, που ντρεπόμουν να κοιτάξω κατάματα και μια μέρα με ενημέρωσαν με τις λέξεις «τερματικό στάδιο». Ήμουν εγώ, ανήμπορος να βοηθηθώ, διαχωρισμένο σώμα που ‘χει λεηλατηθεί σε κάποιο μέλλον όχι τόσο μακρινό.

Ξυπνάς. «Σκατά», μονολογείς και σκέφτεσαι «αν κάτι απαιτούμε σαν κίνημα, αν για κάτι υπάρχει επιθυμία, αυτό είναι δικαιοσύνη· η δικαιοσύνη απέναντι στην εγγενή αδικία του να ζεις· να ζεις μια ζωή στην οποία δε νιώθεις ποτέ ολοκληρωμένος και οι εφιάλτες σου να το επιβεβαιώνουν». Τώρα τρέμεις. Είσαι κι εσύ πεσμένος σε ένα παγωμένο τοπίο. Σε λίγες ώρες, στο δρόμο για άλλη μία μέρα αλλοτρίωσης, θα φωνάξεις: «Να θυμόμαστε αυτόν τον αιώνα που πεταγόμασταν στον ύπνο μας γιατί βρίσκαμε τα αδέρφια μας σκοτωμένα. Είτε εδώ, είτε αλλού. Όχι, πάντως, ακαριαία».

ΙΙ

Τις νύχτες του καλοκαιριού κάνω απολογιστικές συνελεύσεις στον ύπνο μου. Είναι μήπως κι αυτή απότοκος του να μαζεύεις χρόνια σε κάποια συλλογικότητα σκορπώντας τα σε κατακερματισμένους χώρους εργασίας; Δεν ξέρω. Στην πιο πρόσφατη εκδοχή αυτής της παραζάλης πάντως, κάποιες συντρόφισσες ήταν περισσότερο μαυροφορεμένες από ότι συνήθως. Είχαν χάσει λέει πρόσωπα αγαπημένα σε μια μάχη που δε μας αφορούσε. Φαντάσου, υπάρχουν και τέτοιες μάχες.

Είχαμε πιει κάτι παραπάνω μετά τη συνέλευση και πάνω στην ένταση και τη συγκίνηση αρχίσαμε να χτυπάμε ο ένας τον άλλο. Με δύναμη. Λέγαμε και κάτι ακατάληπτα συνθήματα την ώρα που εκτοξεύαμε κροσέ, καρέκλες και χαστούκια. Ίσως από λάθος, δεν ξέρω, χτυπήθηκε άσχημα μια συντρόφισσα. Έκανα να πάω στο αυτοκίνητο για να τη μεταφέρω στο νοσοκομείο. Δεν υπάρχει όμως πια το αυτοκίνητο των ονείρων μου. Από την άλλη, δε θέλαμε να καλέσουμε το 166 για να μην καταλάβουν το πού και το πότε.

Τελικά, κάποια στιγμή, κατεύθασαν οι μπάτσοι σε στυλ «η Αγία Βαρβάρα Σώζοι το Πυροβολικό και το Πυροβολικό κερδίζει τον πόλεμο». Συλληφθήκαμε όλοι. Με χειροπέδες κάναμε πορεία. Γύρω-γύρω στο χωριό των εξαρχείων να σκάει το κύμα στα πεζοδρόμια κι οι θεατές να βλέπουν το τέρας πίνοντας ουζάκι. Στο δρόμο τραγουδήσαμε. Πολλά, δε θυμάμαι τι. Ξεχασμένα τραγούδια, σίγουρα. Κάτι σαν παρέλαση ερειπίων ταξικού πολέμου.

Μετά εμφανίστηκε κι ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης —περίοικος πλέον των εξαρχείων. Μας εκτόπισε. Με την ευφράδεια και την οξύνειά του. Κυρίως με την πρώτη. Γιατί είμαστε μια πρόκληση. Πρόκληση μεν, μικρούλα και ενσωματώσιμη δε. Έτσι μας άφησαν ελεύθερους και τράβηξε έκαστος για το «πατρικό» του. Εκεί κρυβόμαστε ρε! Στα ντουβάρια της πατριαρχίας. Να το ξέρεις. Και φοβόμαστε ακόμη το ΠΑΣΟΚ και τα μεγάλα, ανοιχτά, στόματα. Είτε μιλάνε, είτε πεινάνε.

ΙΙΙ

Εφιάλτης νο. 3 σε μουσική Vangelis, άγχος Blade Runner και ιδρωμένα σεντόνια.

Ξεκινάς στην ουρά μιας πορείας για την Αθήνα από τη Θησέως. Το τέρμα της λεωφόρου φράζει μια μεγάλη πύλη. Την προσπερνάς και ξαποστένεις. Στον ορίζοντα η νύχτα σε περιμένει πάλι. Τρως μια σφεντονιά από κάποιον που ‘χει γαμήσει τον κρατισμό και τις πυραμίδες της Tyrell πεντέξι φορές. Σου ζητά συγγνώμη όταν του λένε πως είσαι σύντροφος. Σηκώνεσαι κι άρχιζεις να ανεβαίνεις σκαλοπάτια για την κοντινότερη πιάτσα ταξί. Ξεκινάς για την Πανεπιστημιούπολη. Στην πρώτη στροφή όμως το αυτοκίνητο γλιστρά ανεξέλεγκτα και βρίσκεσαι αναποδογυρισμένος. Σέρνεσαι, βγαίνεις έξω από το ταξί και είσαι κοντά ξανά στην πύλη που ξεκίνησες. Το σημείο τώρα τραντάζεται από εκρήξεις. Υπεύθυνες γι’ αυτές είναι οικογένειες τσιγγάνων που κουβαλούν κάτι πυθάρια μείγματος που όταν σκάει σκοτώνει μισή διμοιρία. Τρέχεις να φύγεις, περνώντας πάνω από υπολείματα καμένων μπάτσων, και βλέπεις τον πρωθυπουργό να αγκαλιάζει την τελευταία ρομά κοπέλα που κουβαλά φορτίο ένα τέτοιο πυθάρι. Εξαϋλώνονται κι οι δύο. Λίγο πιο πίσω ο υποψήφιος «νέος, ωραίος και σέξυ» πρωθυπουργός δε σε αφήνει να προχωρήσεις και σε καλοπιάνει για μία ψήφο. Γλιτώνεις, αλλά στην περιδίνηση του εφιάλτη βρίσκεσαι στα γραφεία της Νεολαίας. Βρίζεσαι με έναν τύπο που επιμένει ότι οι συριζαίοι δεν είναι πρεζάκια της λογικής του κεντρικού πολιτικού. Τέλος, γυρίζεις να κοιμηθείς στο ξενοδοχείο. Κι εκεί σε περιμένει το αφεντικό σου και σε καλεί σε απολογία-μίτινγκ γιατί δεν πήγες απόψε στη δουλειά. Σε βάζει να καθήσεις σε μια καρέκλα, στην οποία βρίσκεται ένα τάμπλετ. Οι παλάμες σου ακουμπούν στο τάμπλετ κι εσύ κάθεσαι πάνω τους. Αυτόματα, στον Τοίχο προβάλλονται οι σφυγμοί σου και το ποσοστό αλήθειας σε ό,τι λες. Ύστερα μιλάει αυτός κι αρχίζει να κάνει παρατηρήσεις για τη ζωή και την εργασία σου. Ο Τοίχος δείχνει στιγμιότυπα από τα πάντα: διακοπές, σκηνές από ερωτικά παιχνίδια και συναντήσεις με σημαντικούς πελάτες. Και εκεί που εκφραζόταν για τις δύο διαφορετικές ζωές σου, μεταμορφώνεται σιγά σιγά στον Ομπάμα κι εσύ, αναπόφευκτα, θυμάσαι ότι είχες ερωτευτεί κάποτε τη Μισέλ. Σταματάς τις αναπολήσεις όταν αυτή έρχεται μπροστά σου και της δείχνεις, μέσα σου, τί έγινε απόψε. Κάπου εκεί λιποθύμησες και κατέληξες. Στο τελευταίο σου ουρλιαχτό είπες ότι κανένα ίχνος ελευθερίας δεν υπάρχει πια. Προπαντώς στα όνειρα που χαλιναγωγεί η πραγματικότητα.

ΥΓ. Αφιερωμένο στον Εδουάρδο που «δεν είναι πατριώτης» και σε όσες/ους άλλες/ους σκεφτόνται και πράττουν παρόμοια.

Advertisements

~ από root στο 13 Αύγουστος, 2013.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: