Λίγες θολές αναμνήσεις, ένα γράμμα χωρίς παραλήπτη και μια φωτογραφία

Σου κάνει ένας τέτοιος Βούλγαρος;

Ο Στογιάν θυμόταν δύο πράγματα από την πρώτη εβδομάδα στην άμυνα της Μαδρίτης, τον Νοέμβριο του 1936. Ήταν οι σκιές των Μαυριτανών στρατιωτών του τάγματος τακτικού στρατού μέσα στα έλατα, ενώ προσπαθούσαν να περάσουν τον ποταμό Μανσανάρες, και τα σημειώματα του στρατηγού Εμίλ Κλεμπέρ που του έστειλε τη νύχτα της 9ης Νοεμβρίου. Ήταν τηλεγραφικές διαταγές, λακωνικές: «Πίεσε προς τα δεξιά. Κ», «Αντιστάσου, θα υπάρχει οδός διαφυγής. Κ», «Πίεσε, θέλω να ξέρω αν αναδιπλώνονται. Κ», «Άφησέ τους να έρθουν. Κ», «Εξοικονόμησε πυρομαχικά. Κ». Πολλά χρόνια αργότερα έβλεπε στον ύπνο του τα σημειώματα και θυμόταν με πόση αγωνία ξεδίπλωνε το μικρό χαρτάκι με τη διαταγή, που ύστερα θα την εφάρμοζε κατά γράμμα.

Για τα υπόλοιπα είχε μια νεφελώδη ιδέα που στα επόμενα χρόνια επικαλύφθηκε με πλαστές αναμνήσεις, δημιουργημένες από τα βιβλία που διάβαζε. Μερικές φορές προσπαθούσε να ξεχωρίσει όσα έζησε από αυτά που δίαβασε, τις αληθινά δικές του αναμνήσεις από τις πλαστές που είχαν σφηνωθεί στο μυαλό του από αναγνώσματα ή από συζητήσεις. Όμως τώρα, πενήντα χρόνια μετά τη μάχη εκείνη, ήταν αδύνατο. Δεν ήταν καν βέβαιος αν τις μέρες εκείνες φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο μπουφάν με σταυρωτές τις φυσιγγιοθήκες κι έναν σκούφο με πηλήκιο που του είχε χαρίσει το πτώμα ενός Ισπανού συντρόφου, ή αυτή τη φορεσιά την έβαλε στη μνήμη του κάποια φωτογραφία τραβηγμένη πριν από δέκα μέρες στο Αλμπαθέτε. Ή τελικά ήταν εικοσιπέντε μέρες αργότερα; Έβαζε στοίχημα πως έβλεπε τον εαυτό του δίπλα σ’ ένα πολυβόλο, ν’ ανοίγει μια κονσέρβα σαρδέλες και να τις τρώει μία μία, καρφώνοντάς τες με την ξιφολόγχη, ενώ τα λάδια έτρεχαν στο σαγόνι του. Ήταν σχεδόν σίγουρος ότι μπορούσε να θυμηθεί κατά λέξη έναν διάλογο με τον Λονγκόρια, τον λιγομίλητο σκυθρωπό τύπο που είχε κρατήσει το μέτωπο με μια ομάδα αναρχοσυνδικαλιστών της CNT, ώσπου ήρθαν οι διεθνιστές:

«Αυτό που θέλω είναι το διακριτικό της Λεγεώνας. Θα ψάξω όλους τους νεκρούς μέχρι να το βρω. Θέλω έναν αξιωματικό της διοίκησης ή κάτι παρόμοιο. Ύστερα θα αρχίσω να πλαστογραφώ διακριτικά μέχρι να τους τρελάνω. Φαντάζεσαι; Λιμοκοντόροι φαλαγγίτες και κύριοι καραβανάδες θα σκοτώνονται μεταξύ τους, γιατί όλοι θα είναι ανθυπολοχαγοί», είχε πει τότε ο Λονγκόρια.

«Αν τα καταφέρουμε στη μάχη, θα τους αφήσουμε χωρίς αξιωματικούς και δεν θα βρεις ευκαιρία να κάνεις τις πλαστογραφίες σου» του είχε απαντήσει ο Βασίλιεφ.

«Κι εμένα που μου έλεγαν ότι οι Βούλγαροι δεν πιστεύουν στον Θεό».

«Εγώ πιστεύω στον Σοπέν».

«Αυτός ο κερατάς ήταν Πολωνός, εμένα δεν με γελάς, ρε».

Όμως ίσως η συζήτηση να είχε γίνει μήνες αργότερα, στο δρόμο της Γουαδαλαχάρα. Πάντως ήταν σίγουρος ότι εκείνες τις μέρες είχε μάθει τον Ισπανό αναρχικό να σφυρίζει τις Πολωνέζες. Αυτό έκαναν την ώρα που έφτασαν τα τεθωρακισμένα.

Δεν θα ξεχνούσε ποτέ, υποτίθεται, την παρέλαση προς το σταθμό της Ατότσα, που περνούσε από την Γκραν Βία το σούρουπο της 8ης Νοεμβρίου, όταν έφτασε η 11η Διεθνής Ταξιαρχία στη Μαδρίτη. Όμως ήταν βέβαιος πως οι εικόνες που του έρχονταν στο νου προέρχονται από μια ταινία, που την είχε δει πολλά χρόνια αργότερα. Και το χειρότερο, στην ταινία έκαναν παρέλαση τα παιδιά της 12ης Ταξιαρχίας κι όχι οι δικοί του. Πώς ήταν δυνατόν να ξέχασε; Ήταν μια μεγαλειώδης στιγμή, η κορύφωση τεσσάρων μηνών δουλειάς στη Βουλγαρία, στο Παρίσι, στη βάση του Αλμπαθέτε, στη συγκέντρωση της Ταραθόνα, στις τελευταίες μέρες στα περίχωρα της Μαδρίτης, στο Βαγιέκας. Ήταν οι μέρες της αγωνίας, με τα νέα που έφταναν για την κατάρρευση του μετώπου, την ήττα της δημοκρατίας από τους φασίστες, τα στρατεύματα του Φράνκο και του Κέιπο δε Γιάνο. Μέρες φοβερές, περιμένοντας το κάλεσμα από την πρώτη γραμμή του πυρός. Ποτέ πρωτύτερα, και ποτέ ύστερα από αυτό, δεν είχε τόση βιάση για να πάει στον πόλεμο. Αργότερα θα κυριαρχούσε η θέληση, η συνείδηση της ανάγκης πάνω στο φόβο. Πώς χάθηκε από τη μνήμη του το πέρασμα των τριών συνταγμάτων της 11ης Διεθνούς Ταξιαρχίας στους δρόμους της Μαδρίτης; Οι πρώτοι διεθνιστές που θα έμπαιναν στη μάχη. Οι Γερμανοί του συντάγματος «Εντγκάρ Αντρέ», οι Γάλλοι του «Παρισινή Κομμούνα» και οι Ανατολικοευρωπαίοι με το δικό τους σύνταγμα, το «Ντοστογιέφσκι», όπου η πλειονότητα ήταν Πολωνοί, ακολουθούσαν οι Τσέχοι και οι Γιουγκοσλάβοι, ενώ οι Βούλγαροι ήταν μια χούφτα όλοι κι όλοι.

Τα χρονικά περιέγραφαν πως ο πληθυσμός της Μαδρίτης, απελπισμένος, στα πρόθυρα της τρέλας από τους βομβαρδισμούς, την πείνα, το φόβο της κατάρρευσης του μετώπου και της εισβολής των εθνικιστών, τους υποδέχτηκε νομίζοντας πως ήταν Ρώσοι.

«Ήρθαν οι Ρώσοι» έλεγαν από τα παράθυρα. Μα οι διεθνιστές απαντούσαν φωνάζοντας σε δέκα γλώσσες και έδειχναν με καμάρι τα ανομοιόμορφα τουφέκια τους, που ήταν μεξικάνικα, πολωνικά και βελγικά και ελάχιστα υπέροχα ρώσικα ημιαυτόματα Σπιτάλνυ. Με ανομοιόμορφες στολές, μ’ εκείνα τα θανατηφόρα σκουριασμένα γαλλικά κράνη που δεν είχαν την εσωτερική επένδυση, ή τους βελγικούς μπερέδες στο τάγμα «Κομμούνα», ή τα φουσκωτά παντελόνια των Γερμανών του «Εντγκάρ Αντρέ».

Ο Στογιάν νόμιζε πως θυμόταν ότι αν κάτι περίσσεψε σ’ εκείνη την παρέλαση μέσα στην πόλη, η οποία φωτιζόταν από τις πυρκαγιές που άναβαν τα βομβαρδιστικά Χάινκελ, ήταν η συγκίνηση. Αν κάτι έλειψε, ήταν η στρατιωτικοποίηση, η ακρίβεια στις κινήσεις των μονάδων που αρνιούνταν να συντονίσουν το βήμα τους. Θυμόταν μια φορά που ένας Ιταλός διεθνιστής σχολίαζε εκείνον τον περίπατο στη Μαδρίτη σαν ένα ταξίδι «στο κέντρο του κόσμου», μια συνάντηση με την καρδιά της ζωής, ένα ξαφνικό χτύπημα στον κρόταφο που σου έχωνε στο κεφάλι την οριστική ιδέα για το νόημα της ύπαρξης. Γεννηθήκαμε και παλέψαμε πολλά χρόνια σε τέσσερις ηπείρους και σε 61 χώρες, μόνο και μόνο για να παρελάσουμε εκείνο το απόγευμα στους δρόμους μια Μαδρίτης που θυμόταν ακόμα την ελπίδα. Τρεις ώρες αργότερα, οι διεθνιστές βρίσκονταν κιόλας κάτω από τα πυρά των τακτικών Μαροκινών του Βαρέλα.

Ο Στογιάν ερωτεύτηκε τη Μαδρίτη εκείνη τη νύχτα, μολονότι θα την ανακάλυπτε ύστερα από δώδεκα μέρες, όταν τα απομεινάρια του συντάγματος «Ντοστογιέφσκι», αποσύρθηκαν από την πρώτη γραμμή για να ανασυνταχτούν. Ερωρεύτηκε μια πόλη βυθισμένη στο σκοτάδι, όπου άκουγες το ρυθμικό «νό πασαράν», δεν-θα-περάσουν. Το Νό πα-σα-ράν, Νό πα-σα-ράν ερχόταν μέσα από τα σπίτια, έβγαινε από φορητά μεγάφωνα πάνω σε σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα, από ραδιοφωνικούς σταθμούς, από τις συγκεντρώσεις εθελοντών που ξεκινούσαν για το μέτωπο στα δυτικά της πόλης. Ερωτεύτηκε μια πόλη γεμάτη συντρίμμια, πεσμένους σοβάδες, αφίσες σε όλους τους τοίχους (παράδοξες αφίσες της αναρχικής CNT που προειδοποιούσαν για τους κινδύνους των επαφών με τις πόρνες, τις ανύπαρκτες πόρνες), σακιά με χώμα στην πόρτα ενός φαρμακείου, παιδιά που σε χαιρετούσαν με υψωμένη γροθιά.

Ύστερα από δώδεκα μέρες κατάφερε να δει τη Μαδρίτη με το φως του ήλιου. Ήπιε καφέ σ’ ένα υπαίθριο μαγαζί της Κουάτρο Καμίνος, αγόρασε ένα θεατρικό έργο του αδικοχαμένου Γκαρθία Λόρκα για να βελτιώσει τα άθλια ισπανικά του, ανακάλυψε πως είχε επιζήσει.

Όταν ο Στογιάν Βασίλιεφ έφτασε στην περιοχή ανάπτυξης του συντάγματος «Ντοστογιέφσκι», εκείνη τη νύχτα της 8ης Νοεμβρίου, σκεφτόταν το πεπρωμένο, τον αναπόφευκτο θάνατο. Πίστευε πως αν θεωρούσες κιόλας τον εαυτό σου νεκρό, είχες περάσει το χειρότερο. Ενώ οι λόχοι σκόρπιζαν στην περιοχή από το Δυτικό Πάρκο ως την Πανεπιστημιούπολη, ορισμένα κτίρια της οποίας ήδη βρίσκονταν στα χέρια των φασιστών και όπου οι Γερμανοί του «Εντγκάρ Αντρέ» θα πολεμούσαν μέτρο το μέτρο, ο εικοσιοχτάχρονος Βούλγαρος βρέθηκε ανάμεσα σε μια ομάδα νεαρών Πολωνών, Βουλγάρων και Γιουγκοσλάβων, στις διαταγές ενός ντροπαλού Ισπανού που θα τους οδηγούσε στην πρώτη γραμμή του πυρός. Εμφανίστηκε ο Σατουρνίνο Λογκόρια, φιγούρα ενός Ελ Γκρέκο λιγότερο μεταφυσικού, λιπόσαρκος, με κάτι στρογγυλά μεταλλικά γυαλιά, δίχως τίποτα στο κεφάλι, και με τρία τουφέκια στον ώμο. Δίπλα του ένας ξανθός και ψηλός Αμερικανός, φορτωμένος με φωτογραφικές μηχανές και οπλισμένος με ένα θεόρατο Κολτ 45.

«Οι διεθνιστές;»

«Εδώ» αποκρίθηκε ο Στογιάν.

«Είμαι ο Λονγκόρια, ο σύνδεσμος, λεβέντες μου. Κανονίστε να μην το ξεχάσετε και μου ρίξετε καμιά σφαίρα, γιατί θα καταλήξετε στις απέναντι γραμμές. Ακολουθήστε με, παιδιά. Κανένας να μη βιαστεί να πεθάνει, εδώ δεν κοστίζει τίποτα η ζωή».

Γλιστρώντας μέσα από τα δέντρα, με το ποτάμι για οδηγό, η διμοιρία του Βασίλιεφ συνάντησε τις μονάδες που είχαν κρατήσει το μέτωπο ως εκείνη τη στιγμή. Ήταν δυο ντουζίνες αγωνιστές του συνδικάτου UGT, δίχως πυρομαχικά πια, με την ξιφολόγχη πάνω στα τουφέκια που είχαν κερδίσει πριν από μερικούς μήνες στο στρατόπεδο της Μοντάνια.

Δεν βρήκε τον καιρό να ρωτήσει τί και ποιους ακριβώς είχαν απέναντί τους. Τα ουρλιαχτά των λεγεωνάριων όταν επιτίθεντο, τα «Αρρίμπα Εσπάνια», σήμαιναν το τέλος των ονείρων της πολιτικής αδελφοσύνης, της ανθρώπινης αλληλεγγύης, της δόξας και του έρωτα των διεθνιστών για την πόλη για την οποία έδιναν τη ζωή τους. Φάνηκε το πρόσωπο του πολέμου. Ο Τύπος της Μαδρίτης θα αφιέρωνε εκείνη τη μέρα μερικές αράδες γι’ αυτή την πρώτη σύγκρουση, την «αντεπίθεση στο Ποσουέλο». Οι υπερασπιστές της Μαδρίτης δεν περιορίστηκαν στην άμυνα και την ηρωική αντίσταση αλλά ύστερα από τη μάχη, κι αφού κατάφεραν να συγκρατήσουν τον αντίπαλο, όρμησαν έξω από τα χαρακώματα με κραυγές σε δέκα γλώσσες κι έκαναν την πρώτη με εφ’ όπλου λόγχη έφοδο της Βαβέλ.

Επί δώδεκα ημέρες, οι διεθνιστές πολέμησαν μαζί με τους Ισπανούς εθελοντές σε μια περιοχή λίγων τετραγωνικών χιλιομέτρων, με την πανεπιστημιούπολη στο κέντρο, και εναλλασσόμενο σκηνικό τον ποταμό Μανσανάρες, τη δασώδη περιοχή της Κάσα δελ Κάμπο και το Δυτικό Πάρκο.

Η μνήμη του Στογιάν γινόταν νεφελώδης, θάμπωνε από μακρινά και ονειρικά συναισθήματα. Διαρκής φόβος, στιγμές τρέλας, όπου ένας άντρας βγαίνει πίσω από ένα δέντρο και τους καλεί όλους να βαδίσουν μέσα στις σφαίρες που περνούν δίπλα του και δεν τον αγγίζουν. Ένας αθάνατος, βραχνιασμένος αρχάγγελος που ασυνείδητα φωνάζει πολωνικά σε μια ομάδα Βουλγάρων, οι οποίοι ωστόσο καταλαβαίνουν το μήνυμα του θανάτου και ξεπηδούν πίσω από τους τσιμεντόσακους, για να αντιμετωπίσουν τα πάνοπλα τανκς μόνο με χειροβομβίδες.

Δάση με αραιή ομίχλη, εφ’ όπλου λόγχη έφοδος μέσα στα δέντρα αναζητώντας ανύπαρκτους εχθρούς που ξαφνικά, σαν μ’ ένα ξόρκι φασίστα μάγου, τους έβλεπαν καταπρόσωπο.

Το σπάσιμο του μετώπου στον ποταμό Μανσανάρες στις 15 του μήνα, κάτω από την ισχύ των Μαυριτανών, η γκρίνια του Κλεμπέρ («δεν ήρθαμε από τόσο μακριά για να αναδιπλωνόμαστε, ήρθαμε για να πεθάνουμε εδώ, για τη σπουδαία ευκαιρία να ανταποδώσουμε στο φασισμό κάθε χτύπημα που δεχτήκαμε τα τελευταία χρόνια, να τσακίσουμε όσους μας φυλάκιζαν, αυτούς που μας δολοφονούσαν ατιμώρητοι, αυτούς που μας βασάνιζαν στα μπουντρούμια των φυλακών. Εδώ, με το όπλο στο χέρι. Όποιος χάσει το τουφέκι του θα πάει να το ξαναβρεί άοπλος στις γραμμές του εχθρού»), οι λυσσώδεις μάχες μπροστά στο σπίτι του Βελάσκεθ, απ’ όπου ο ζωγράφος, με ένα παράξενο προαίσθημα, ζωγράφιζε τα τοπία της Μαδρίτης όπου θα πεθαίναμε. Είχε ζωγραφίσει μια Μαδρίτη για καθέναν από τους μαχητές της τρίτης διμοιρίας του τάγματος «Ντομπρόβσκι», που εκεί αποδεκατίστηκαν. Τα τοπία που αργότερα θα έβλεπες και θα έκλαιγες στο Μουσείο του Πράδο.

Μάχες σε ερειπωμένα πανεπιστημιακά κτίρια όπου δεν απέμενε μήτε ένα τζάμι άθικτο. Ο Στανισλάβ Τομάσεβιτς, που συλλογιζόταν στα σοβαρά, λίγο αργότερα, τί ντροπή ήταν να ταμπουρωθεί πίσω από μια στοίβα γερμανικά βιβλία Λογικής του 19ου αιώνα, όταν τρεις λεγεωνάριοι παραλίγο να τον σκοτώσουν στη Φιλοσοφική Σχολή. Ο Χέγκελ μας προστάτεψε από τις σφαίρες. Η Γερμανική φιλοσοφία δεμένη σε τόμους. Δεμένη, ακριβώς όπως η ζωή με το θάνατο. Τα σημειωματάκια του Κλεμπέρ. Οι οπτασιακές επισκέψεις του κομισάριου Ματουζάκ που μόνο το προσωπικό του παράδειγμα μπορούσε να μας προσφέρει, αφού δεν υπήρχαν πια λόγια ικανά να βγάλουν από εκείνους τους άντρες περισσότερη ενέργεια, περισσότερη ακμή, περισσότερη δύναμη στη μάχη.

Αν συγκεντρωνόταν λίγο, ο Στογιάν μπορούσε να θυμηθεί τον Λονγκόρια να κοιμάται ενώ ένα τεθωρακισμένο περνούσε τη γέφυρα της Σεγκόβια και ερχόταν καταπάνω στο χαράκωμα όπου βρισκόταν. Θυμόταν την αδυναμία τη δική του και του Μαξ, του Αμερικανού που άλλαξε τις φωτογραφικές μηχανές με το τουφέκι ενός νεκρού, να ξυπνήσουν τον Λογκόρια. Θυμόταν την αγωνία του, όχι για τη θανατηφόρα μηχανή που ερχόταν καταπάνω τους, αλλά που δεν κατάφερε να βγάλει από τα όνειρά του τον Ισπανό που είχε τέσσερις μέρες άυπνος.

Αν συγκεντρωνόταν, μπορούσε να θυμηθεί την απογοήτευσή του όταν είδε τον Μιάχα και τον Ρόχο, τους ανώτατους αξιωματικούς της άμυνας της Μαδρίτης. Έμοιαζαν δύο ρουτινιάρηδες δημόσιοι υπάλληλοι, δύο τίμιοι μπακάληδες της γειτονιάς που τυχαία φόρεσαν τη στολή και βρέθηκαν επικεφαλής μιας τρέλας. Όμως όχι, ο συλλογισμός δεν ήταν δικός του, ήταν του Μαξ, του Αμερικανού, που είχε την ικανότητα να στιγματίζει το στοιχείο του γελοίου σε κάθε απόπειρα να γίνει μεγαλειώδης εποποιία ο καθημερινός θάνατος.

Την εικοστή μέρα, η 12η Διεθνής Ταξιαρχία τους αντικατέστησε. Τα απομεινάρια του τμήματος «Ντομπρόβσκι» αναδιπλώθηκαν στη δεύτερη γραμμή άμυνας της Μαδρίτης. Η επέλαση των φασιστών είχε ανακοπεί. Ο Στογιάν το γιόρτασε δημοσίως σε μια συγκέντρωση του Κ.Κ. Ισπανίας στον κινηματογράφο Μονουμεντάλ και ιδιαιτέρως μ’ ένα μεθύσι με τους δύο καινούριος φίλους του. Με το κρασί του Βαλδεπένιας να τρέχει στις φλέβες του, ένιωθε λιγότερες ενοχές που ήταν ακόμα ζωντανός, έμοιαζε λιγότερο παράλογο να πανηγυρίζει για την απλή μαγεία της επιβίωσης.

Εν τέλει, αυτοί δεν είχαν περάσει.

— ♦ —

Αγαπημένε μου φίλε και σύντροφε Στογιάν,

Έχω μια μεταφυσική ελπίδα ότι αυτό το γράμμα θα σε βρει ακμαίο. Σου γράφω εσπευσμένα, γιατί ο πυρετός της εξερεύνησης του αστικού τοπίου που ξεδιπλώνεται εμπρός μου με έχει κυριέψει, αν και αυτή η ανυπομονησία δύσκολα πιστεύω χαρακτηρίζεται προτέρημα.

Εδώ και κάποιες μέρες περπατώ στους χιονισμένους δρόμους της Σόφιας, ψάχνοντας να βρω ίχνη επιγόνων σου, σκεπτόμενος ότι θα σε ενδιέφερε η φωτογραφία μιας πολιτείας που «διαρκώς μεγαλώνει, αλλά ποτέ δε γερνά». Οι τουριστικοί αφορισμοί, γνήσιο απόσταγμα βλακείας, ξέρω ότι στη σπάνε όταν αναπαράγονται, αλλά μού είναι ακαταμάχητη η σκέψη ότι το πρόσωπό σου συσπάται μ’ ένα μορφασμό ενόχλησης διαβάζοντάς τους.

Όπως είχες προβλέψει την τελευταία φορά που συναντήθηκες με το σύντροφο Σατουρνίνο, σε ένα μεσαίας κατηγορίας ξενοδοχείο στο Μέξικο Σίτι αν δεν απατώμαι, ο Σύντομος Αιώνας έδωσε τη θέση του στον Ακόμα Πιο Σύντομο Αιώνα της Εποχής των Μέσων για να καταστήσει τις ζωές στις μητροπόλεις το ίδιο γνώριμα ανυπόφορες. Η Σόφια, όπως άλλωστε και η Αθήνα, η Ρώμη, το Βερολίνο κι όσες ακόμα πρωτεύουσες έχω δει από κοντά, σαφώς λιγότερες από όσες γνώρισες εσύ μέχρι να βρεθείς στη Μαδρίτη, παραθέτει μια γλώσσα και μια αίσθηση στον επισκέπτη της που είναι κοινή σε όλες τις κατασκευές που εγκιβωτίζουν εκμεταλλευόμενους κι εκμεταλλευόμενες. Κοινή, όχι με τη σημασία της κοινότητας που έδιναν οι αγώνες σε «τέσσερις ηπείρους», αλλά με την έννοια της οικειότητας του ανοίκειου, της απαρέγκλιτα μη πραγματικής πραγματικότητας. Με άλλα λόγια, τα φώτα των περιπολικών και τα στολίδια των εμπορικών είναι τόσο γνώριμα πια παντού, που μοναδική παραφωνία ή ένδειξη του πού βρίσκεσαι αποτελούν οι υπότιτλοι της καθημερινότητας λόγω της διαφορετικής τους γραμματοσειράς.

Για να έρθω στο θέμα μου τώρα, ένιωσα την ανάγκη να σου γράψω, όχι για να αραδιάσω μετανεωτερισμούς, αλλά μόνο και μόνο για να σου μεταφέρω ότι η μελωδία του Νo πα-σα-ράν συνεχίζει να γεμίζει με μια νότα αισιοδοξίας το δωμάτιό μου, παρόλο που τα διεθνιστικά μας όνειρα δε χαίρουν της παλιάς τους αναγνώρισης. Ακόμα δηλαδή κι αν από την παρούσα σύγκρουση των δυνάμεων του ίδιου στρατοπέδου, της παγκοσμιοποίησης και του προστατευτισμού, η βαλκανική μας γωνιά κατρακυλήσει ξανά στο φασισμό, θα ήθελα να ξέρεις ότι θα χρειαστεί να περάσει πάνω από τα πτώματα πολλών απαισιόδοξων που στο άκουσμα της μουσικής υπόκρουσης της Άμυνας της Μαδρίτης, αισιοδοξούν. 

Τέλος πάντων, ας μην εσχατολογούμε, η ομίχλη που ‘χει σκεπάζει τώρα την Σόφια φαίνεται εξωτική και καλύπτει τα παγωμένα πεζοδρόμια, τις γλιστερές διαβάσεις και τα πολιτικά λάθη.

Με συντροφικούς χαιρετισμούς,

\//\/\

IMG_20140126_141523

Οι καλαίσθητοι βανδαλισμοί των μνημείων του χθες, ευθύνη της κακοκαιρίας του σήμερα

Advertisements

~ από root στο 28 Ιανουαρίου, 2014.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

 
Αρέσει σε %d bloggers: