2 x (1 part vodka + 3 parts ginger beer + lime juice) ή Θερινοί φόβοι

•10 Αύγουστος, 2019 • Σχολιάστε

Μέρες φόβου κυλούν. Παρόμοιος φόβος με αυτόν που κατέγραψε ο Μανόλης κάποιον Νοέμβρη στα 80ς, αλλά σε χαμηλότερη ένταση. Φόβος διαφορετικός από αυτόν που βίωσες το ’06-12 αν ήσουν (ήσουν;) στη σχολή, τη διαδήλωση, τη συνέλευση, το δικαστήριο, το κρατητήριο, την πλατεία, τη γειτονιά. Η ειλικρίνεια επιβάλλει τη μνήμη: η στοιχειώδης παρουσία «στο δρόμο» ήταν προβληματική. Ευκαιριακή, βασισμένη περισσότερο στο διαπροσωπικό μίσος παρά στο ταξικό, με άφθονο στυλ και σπάνια στοιχεία συνέπειας και ευφυΐας. Ίσως να ήταν τύχη, ίσως όχι, γνώρισα όμως εξαιρέσεις που θα μπορούσαν άνετα να εκτοξεύσουν (αναμφισβήτητα και εναντίον μου) κάτι περισσότερο από τα βελάκια της κριτικής μου. Η ουσία της πάντως δεν αλλάζει: η όψιμη αγανάκτηση είναι μια εξέγερση που δε χρειάζεται κανείς. Η αντικυβερνητική γκρίνια ως αντανακλαστικό των χρόνιων θεατών είναι αστείο που φοβίζει.

Υ.Γ. Moscow mule

Ανάμνηση από την Κατοβίτσε

•9 Μαΐου, 2019 • Σχολιάστε

Ήταν χειμώνας του ’12, του ’11 ή πιο πριν; Δεν είμαι σίγουρος. Πάντως θυμάμαι το χαμηλό φωτισμό κοντά στη μπάρα κι ένα ποτό στο χέρι μου. Βράδυ, σε κάποιο πάρτι στο στέκι μεταναστών, συζητώ μ’ ένα σύντροφο που αν και συμμετείχαμε στην ίδια ομάδα δεν ένιωσα ποτέ πολύ κοντά του. Μου πρότεινε να διαβάσω την Ανακωχή.

Η επόμενη μέρα ήταν η 1η Μαΐου· η 3η Μαΐου ήταν κάποια σημαντική — ούτε κι εγώ ξέρω ποια — πολωνική επέτειος. Στις 8 Μαΐου, ο πόλεμος τέλειωσε. Η είδηση, όσο κι αν ήταν αναμενόμενη, έσκασε σαν βόμβα. Επί οκτώ μέρες το στρατόπεδο, η Κομμανταντούρ, η Μπογκουτσίτσε, η Κατοβίτσε, ολόκληρη η Πολωνία, ολόκληρος ο Κόκκινος Στρατός ξέσπασαν σ’ ένα παραλήρημα ενθουσιασμού. Η Σοβιετική Ένωση είναι μια αχανής χώρα και η καρδιά της ένα κολοσσιαίο φυτώριο μέσα στο οποίο συναντά κανείς, μεταξύ άλλων, μια ομηρική ικανότητα για χαρά και ξεφάντωμα, μια πρωτόγονη ζωτικότητα, ένα αμόλυντο παγανιστικό χάρισμα για εκδηλώσεις, γλέντια και πανηγύρια.

— Πρίμο Λεβί, Η Ανακωχή

Έχω την ανάμνηση ενός πολυήμερου πανηγυριού, λίγο έξω από την Κατοβίτσε. Σίγουρα ο ενθουσιασμός δε θα μπορούσε να είναι ο ίδιος: το τέλος του πολέμου βρίσκεται σε μια άλλη, διαφορετική διάσταση από την Πολωνία του 2017. Ωστόσο, η ζωτικότητα ήταν εκεί. Όπως και το χάρισμα στην οργάνωση του γαμήλιου πάρτι ενός ιταλοπολωνικού έρωτα — ακόμα κι αν ο επίμονος, ισοπεδωτικός καθολικισμός έχει προσπαθήσει να σβήσει κάθε ίχνος παγανισμού.

Πέρα από τα συναισθήματα και τις δικές μας καθημερινές ή έκτακτες εμπειρίες, διαβάζοντας την καταγραφή του Πρίμο Λεβί αντιμετωπίζεις ένα αδιαπέραστο τείχος. Είναι αδύνατο να κατανοήσεις τη συνθήκη εγκλεισμού, μαζικού θανάτου-εξολόθρευσης και μακροχρόνιας επιστροφής-νόστου που βίωσε ο ίδιος ή οι συγκρατούμενοι και συνοδοιπόροι του. Ένα περιστατικό στέρησης ελευθερίας, τακτικά φαινόμενα απώλειας και προσβολής της σωματικής ιδιωτικότητας και ακεραιότητας ή μια εκπαιδευτικού τύπου επίσκεψη σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης — όσο διαβρωτικές καταστάσεις κι αν είναι — παραμένουν μονοδιάστατες απέναντι στην πραγματική έκταση της Ανακωχής.

Μη διαβάζεις φήμες.

•17 Ιανουαρίου, 2019 • Σχολιάστε

Διαβάζω φήμες: «ο Μιχαλολιάκος θα αθωωθεί».

Καλά, είναι αυτό το σημαντικότερο νέο της μέρας; Δεν είναι το ινστα φιντ μου; Η χι-ψι κυβερνητική κρίση; Οι ειδοποιήσεις από τους αγαπημένους μου γιουτιούμπερς; Η φανταστική πρόταση ενός εκπαιδευόμενου χαφιέ στο γραφείο να φοράμε παπιόν τις Δευτέρες; Το προκλητικά κρυμμένο μεγάλο στήθος της συναδέλφου μου;

Πότε ξεκινάει η χωροχρονική παραμόρφωση; Είναι πέντε χρόνια αρκετά ή μήπως τα έξι; Οι έξι μήνες; Πόσο συχνά προφέρεις το όνομα Σαχζάτ Λουκμάν (Shehzad Luqman) στις συζητήσεις σου; Άραγε σαν μετανάστης ο ίδιος, τον θυμάσαι τώρα πιο συχνά; Σαν εργαζόμενος;

Είσαι εργαζόμενος, μην το ξεχνάς. Κι ας μη σηκώνεσαι στις 3 για να πας στη δουλειά. Κι ας μην έχεις σηκωθεί ούτε μια φορά στη ζωή σου στις 3 το πρωί. Πόσο μάλλον για να ψάξεις για δουλειά. Να ψάξεις και να βρεις μια κάποια δουλειά σε ξένη χώρα. Πόσο μάλλον για να βρεις μια μαύρη, κακοπληρωμένη, σκατοδουλειά. Μια μαύρη, κακοπληρωμένη, σκατοδουλειά στην οποία θα πρέπει να πας με το ποδήλατο μέσα στη νύχτα του Γενάρη. Μια μαύρη, κακοπληρωμένη, σκατοδουλειά γεμάτη την ταλαιπώρια του χειμώνα, ενώ γίνεσαι αποδέκτης ρατσιστικής βίας. Ρατσιστικής δολοφονικής βίας. Ρατσιστικής δολοφονικής βίας που ΔΕΝ αναγνωρίζεται. Όχι τουλάχιστον όπως αναγνωρίζεται αυτόματα στο νεκροτομείο το πρόσωπό σου από τη μητέρα σου. Αυτής που σε έφερε σε αυτόν τον κόσμο, για να σε χάσει. Και που για να σε χάσει, έπρεπε να ταξιδέψει. Να ταξιδέψει όχι σε μπίζνες κλας. Άλλωστε οι μπίζνες κλας δεν είναι κάτι ξεχωριστό σε τέτοιες πτήσεις — δεν είναι ένα υπερατλαντικό, λονγκ χολ, φιρστ γουορλντ εξπίριενς ταξίδι. Να ταξιδέψει για να σε δει. Να σε δει για τελευταία φορά. Να αναγκαστεί να γελοιοποιήσει αυτό που λέμε δικαιοσύνη. Τη δικαιοσύνη του «δεν υπάρχουν κίνητρα ρατσιστικά». Ότι όλα έγιναν για μια ασήμαντη αφορμή. Εκεί στις 3 το πρωί που γεμάτος αφορμές ξυπνάς για τη δουλειά. Μες το Γενάρη. Με το γαμημένο ποδήλατο.

ΝΙΩΘΩ ΚΙ ΕΓΩ ΤΗΝ ΟΡΓΗ. PAUSE. ΚΙ ΑΣ ΞΥΠΝΑΩ ΣΤΙΣ 9. STOP. ΚΙ ΑΣ ΠΑΤΩ TO ΚΟΥΜΠΙ ΤΗΣ ΑΥΤΟΜΑΤΗΣ ΜΙΖΑΣ. START. ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΗΣ ΒΑΥΑΡΙΑΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ. SEND. ΑΠ’ ΤΑ ΚΟΚΚΑΛΑ ΒΓΑΛΜΕΝΗ ΤΩΝ ΕΓΚΛΕΙΣΤΩΝ ΤΑ ΙΕΡΑ. DELIVER. ΠΟΤΙΣΜΕΝΟ ME ΑΙΜΑ ΤΣΙΜΕΝΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΩΝ. PROFIT. ΞΕΠΛΥΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΓΟΡΑΛΟΓΙΑΣ, ΤΣΙΤΑΤΑ ΤΟΙΧΩΝ ΚΑΙ ΦΗΜΕΣ. REBRAND.

Περί τεράτων (κι άλλων δαιμονίων)

•6 Δεκέμβριος, 2018 • Σχολιάστε

Όσο μακραίνει των χρόνων η ουρά, τόσο θα μοιάζω με τ’ απολιθωμένα εκείνα τέρατα.

— Β. Μαγιακόφσκι

Wer mit Ungeheuern kämpft, mag zusehn, daß er nicht dabei zum Ungeheuer wird. Und wenn du lange in einen Abgrund blickst, blickt der Abgrund auch in dich hinein.

— F. Nietzsche

Να λοιπόν που ζήσαμε με τα τέρατα για μια δεκαετία. Φτηνό αστείο, μια ανοησία εν είδει ευφυολογήματος. Ξέρεις καλά ότι γεννηθήκαμε μαζί τους με την ελπίδα μεγαλώνοντας να διαφέρουμε.

Μια φευγαλέα σκέψη είναι ότι όλες αυτές οι επέτειοι που μνημονεύουμε ως παραγωγοί περιεχομένου — κι εδώ γέλα όσο θες αγαπητέ αναγνώστη που δε γνώρισες ποτέ σου δημοσιογράφους (ή μπάτσους) σαν τον Πάκο — θα γεμίσουν άδειους ψηφιακούς τοίχους σαν περιεχόμενο-κονσέρβας από κάποιο ξεχασμένο δεκαπενταύγουστο των ’90ς.

Από την άλλη όμως όντως πέρασαν δέκα χρόνια κι αν δε χρειάζεται να πέσουμε στην παγίδα της μνήμης της εξέγερσης — αυτό ήταν πάντα προνόμιο των ξεπερασμένων Εξεγερμένων ή των κληρικών της αφομοίωσης — αξίζει να ειπωθεί κάτι φαινομενικά απλό: δε γινόταν να υπάρχουμε αλλιώς. Πήραμε στην καρδιά μας — άλλες μεταφορικά κι άλλες, δυστυχώς, κυριολεκτικά — μια μόνιμη πληγή, τη δική μας Ρωγμή, ένα σημάδι που θα σέρνεται με το σαρκίο μας σε κάθε του βήμα.

Από μνήμης λοιπόν, με το υλικό των δακρύων, των (τυχερών) αγκαλιών εκείνων που μας πήραν πίσω ζωντανούς και της ψιθυριστής φωνής μας:

σε απέναντι μπαλκόνια ζω / ξημερώματα μιας άλλης πόλης / γεμάτη παιδικά παράπονα χαμόγελα / και μια φωτιά στα χέρια

Γιατί με δουλεύουν τόσο σκληρά;

•4 Νοέμβριος, 2017 • 1 σχόλιο

Είναι το γουορκ λάιφ μπάλανς απαραίτητο; Νεαρός κι επιτυχημένος εξέκιουτιβ (βλ. το-αφεντικό-του-αφεντικού-του-αφεντικού-της-αφεντικίνας-του-μάνατζέρ-μου) μάς εξέθεσε πρόσφατα σε ενδοεταιρικό μπλογκ την — προσωπική του πάντα — άποψη ότι το 50-50, δηλαδή ο ισότιμος διαχωρισμός της μέρας σε εργασία κι ιδιωτική ζωή, είναι ένα ακόμη ξεπερασμένο λαϊτμοτίφ των δυτικών κοινωνιών. Το μποντιλιαρισμένο αιργουέι Σιγκαπούρης-Λονδίνου ήταν ο ιδανικός χωροχρόνος για να συντάξει ο εξέκιουτίβ μας ένα μονόστηλο που υποστηρίζει το 100-0: «μπορεί όλο αυτό το μήνα να είδα ελάχιστα τη γυναίκα και τις κόρες μου, αλλά συνάντησα τόσ@ς πολλ@ς από εσάς κι είναι τόσο σημαντικό αυτό που κάνουμε εδώ, τώρα!». Ο εναγκαλισμός της ανισορροπίας κι η εξύφανση του τριπτύχου Επιθυμία-Δημιουργικότητα-Ταυτότητα (βλ. ατέλειωτη-εργασία-στην-κοινότητα-του-έντερπραϊζ) στον ιστό της ιδιωτικής ζωής της εργατικής αριστοκρατίας και των διευθυνόντων μοιάζει με αναπόφευκτη συνθήκη. Όπως γράφουν κι αυτοί που ξέρουν να βάζουν τα πίξελ με τη σωστή σειρά: «Με ρωτάν για μια δουλειά. Κι εγώ σκέφτομαι με όρους ταυτότητας, κοινότητας, σκοπού — τα πράγματα που δίνουν νόημα και κίνητρο. Μιλώ για τη ζωή μου.» – https://www.1843magazine.com/features/why-do-we-work-so-hard.

Κοκτέιλ για τη ζωή και τον κομμουνισμό

•19 Σεπτεμβρίου, 2016 • Σχολιάστε

Είναι η πραγματική κίνηση
των σκιέρ των ιταλικών Άλπεων
των πρωινών των περασμένων δεκαετιών
των συντρόφων της πρώτης γραμμής
των μισθωτών τραπεζικών υπαλλήλων
των υπηκόων της πολωνικής επαρχίας
των διευθυντών της γαλλικής μητρόπολης
των τραγουδιών της χαμένης κοινότητας
των ξεφραγκιασμένων γαμπρών
των ανικανοποίητων νυφών
των αόρατων χηρών του παγκόσμιου Νότου
όσων τέλος πάντων χαζεύουν από το ισόγειο την ομίχλη να τυλίγει τα φώτα των προαστίων
που καταργεί τη σημερινή κατάσταση των πραγμάτων

Υ.Γ. Το λιμοντσέλο οφείλει να προηγείται της βόντκα προκειμένου να μη διαταράσσεται ο εμπειρικός κανόνας που αναδεικνύει (sic) την αναλογική σχέση μεταξύ οινοπνεύματος και ιστορικού χρόνου.

Εμείς οι λίγοι, οι ακραίοι…

•21 Απρίλιος, 2016 • 1 σχόλιο

…που δεν ξέρουμε πώς να σταθούμε μπροστά στον κόσμο και κοκκινίζουμε συχνότερα από ντροπή παρά από μίσος. Είμαστε, ασφαλώς, εκείνοι οι «δίχως χιούμορ», «ακοινώνητοι» κι «αχάριστοι» υπάλληλοι που δε συμμετέχουν στην πρωτοχρονιάτικη πίτα της Εταιρίας. Η μεγάλη μαρμελάδα των ανθρώπων της πόλης μάς χλευάζει ως κοινωνούς της μονοτονίας —η συνομοταξία όσων ζουν τις Κυριακές τους χωρίς εκκλησία ή γήπεδο, πίνοντας σε λάθος ώρα και κλίμα υπερτιμολογημένο κρασί. Ναι, εκείνοι που φορώντας ένα φτηνό πουκάμισο απαντούν όλο συγκατάβαση στους Πελάτες, είμαστε εμείς! Διορθώνοντας αόρατα τα λάθη του αφεντικού μας, μισούμε την αταξία, όντας καταδικασμένοι να τη σπείρουμε. Σε εμάς, τους αποκλεισμένους των μίτινγκς του χι-λέβελ μάνατζμεντ, τα μαλλιά μας σκορπίζουν συχνότερα και γίνονται όλο πιο λαδερά, έτσι όπως γλιστράνε τα λεπτά «απασχόλησης» στο σι-αρ-εμ. Λωτοφάγοι στη χώρα του ανοίκειου, προσευχόμαστε στη λησμονιά ως ιδεολογία: «να αγαπάμε τους άλλους για ό,τι είναι και όχι για ό,τι θέλουμε να τους κάνουμε».

ΠΕΣ ΜΟΥ ΑΛΗΘΕΙΑ
ΑΓΝΩΣΤΕ ΔΙΑΒΑΤΗ
ΕΞΟΡΙΣΤΕ ΠΟΙΗΤΗ
ΣΙΧΑΜΕΝΕ ΠΛΑΝΗΤΑ
ΗΡΘΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Η ΩΡΑ
ΟΣΩΝ ΚΛΕΙΝΟΥΝ ΜΕΣΑ ΤΟΥΣ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΑΠ’ ΑΥΤΟΝ;